10.7.12

μάσκες παντού

Ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από τις πολυκατοικίες. Ο ήλιος χάθηκε κάπου ανάμεσα στη λάμψη των διάφορων χρωμάτων του ηλιοβασιλέματος και του μαύρου πέπλου της νύχτας. Η κοπέλα παρέμεινε καθιστή στο κρεβάτι της κοιτώντας το κενό, το υπερπέραν. Είχε περάσει το απόγευμα της διαβάζοντας ένα λογοτεχνικό βιβλίο που την είχε βάλει σε σκέψεις. Σκέψεις για το 'εγώ' της, σκέψεις για την κοινωνία στην οποία ζούσε. Σκέψεις. Πολλές σκέψεις. Περίπλοκες σκέψεις που, ίσως, κανένας να μη μπορούσε να κατανοήσει.
Εισέπνευσε βαθιά σε μια προσπάθεια να ξεφορτωθεί το βαρύ κλίμα που επικρατούσε στο εσωτερικό του εγκεφάλου της. Αναδίπλωσε το σώμα της και σηκώθηκε από το κρεβάτι της. Το επιτοίχιο ρολόι του δωματίου της την ενημέρωνε ότι είχε καθυστερήσει στο ραντεβού της. Βλαστήμησε χαμηλόφωνα. Άρπαξε στα γρήγορα την κλασσική μαύρη τσάντα της πετώντας εν συντομία τα απολύτως απαραίτητα. Κατέβηκε τα πέτρινα σκαλοπάτια της μονοκατοικίας, ήδη λαχανισμένη λόγω άγχους
"Μη ξεχάσεις τη μάσκα σου, αγάπη μου", φώναξε ηχηρά η μητέρα της από την κουζίνα.
Η κοπέλα ένευσε μπερδεμένη. Κοίταξε τριγύρω της με βλέμμα σοβαρό, με έκδηλη απάθεια. Ενδείξεις κατηγορίας και αηδίας καθρεπτιζόταν στα καστανά μάτια της. Τελικά, εντόπισε τη μάσκα της. Βρισκόταν κρεμασμένη στον καλόγερο με το ίδιο ύφος ανωτερότητας πάντα καρφιτσωμένο στα χαρακτηριστικά της. Η έφηβη κοπέλα έκανε μια γκριμάτσα αποστροφής στη θέα της μα, παρόλα αυτά, την πήρε κρατώντας την μακριά από το σώμα της, μακριά από το πρόσωπο της. Τη φόρεσε αναγκαστικά. Δε γινόταν να εμφανιστεί δημόσια χωρίς μάσκα. Όλοι φορούσαν μάσκα.
Βγήκε έξω από την τεράστια μονοκατοικία. Ένα απαλό δροσερό αεράκι φύσηξε ανακουφίζοντας την μονάχα για να σταματήσει το επόμενο δευτερόλεπτο. Το καλοκαίρι ποτέ δεν έκανε ιδιαίτερη εντύπωση στην κοπέλα. Είχε μάθει να αγαπάει κάθε εποχή, να χαίρεται ακόμα και μέσα σε ένα κλίμα αρνητισμού. Δε μπόρεσε ποτέ, όμως, να σταματήσει να συγκρίνει το φθινόπωρο, τον χειμώνα και την άνοιξη με το καλοκαίρι.
Έβγαλε το κινητό από τη τσάντα της και τοποθέτησε τα ακουστικά στα αυτιά της, λες και η όλη διαδικασία αποτελούσε κάποιου είδους ιεροτελεστία. Χαμογέλασε ειρωνικά με τη σκέψη της αναγνωρίζοντας το τραγούδι. Φανέρωσε μου τη μάσκα που κρύβεις κάτω από τη μάσκα που φοράς... Τόσο νόημα, τόσο ειρωνικό περιεχόμενο, τόσες αλήθειες.
Μάσκα εδώ, μάσκα εκεί, μάσκες παντού. Τι κρύβεται από κάτω; Πρόσωπα ανθρώπων όμοιων με την κοπέλα, με τις ίδιες σκέψεις, ίδιες ανησυχίες, ή κινούμενες μηχανές μιας μαζοποίησης που επέβαλε η κοινωνία στο σύνολο; Άγνωστο, μυστήριο. Μια απλή ρητορική ερώτηση μέσα σε άλλες τόσες ρητορικές ερωτήσεις, αιώνια αναπάντητα ερωτήματα.

2 σχόλια:

laternative είπε...

Καταπληκτική γραφή. Υπέροχη περιγραφή. Όλοι φοράμε τα ακουστικά μας βγαίνοντας από το σπίτι για να μπορέσουμε να παραμείνουμε στον Μικρόκοσμό μας.

rainmaker's phantom είπε...

Πανέμορφο κείμενο, και σε μορφή και σε περιεχόμενο.
Συνέχισε έτσι.
Έχεις δίκιο πάντως στις ιδέες σου.
Καληνύχτα!